Quaerere Sapientiam.

 

Δοκιμιογραφεὶ ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης.

Στὴν ἀκατάπαυστη ροὴ τοῦ χρόνου, ἐκεῖ ὅπου τὰ πάντα παρασύρονται ἀπὸ τὸ ἐφήμερο ρεῦμα τῆς καθημερινότητας, ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ διατηρεῖ μιὰ μυστικὴ καὶ ἄσβεστη φλόγα, ἕναν ὑπαρξιακὸ παλμὸ ποὺ τὴν καλεῖ νὰ προσβλέψει πέρα ἀπὸ τὰ ὁρατά. Τὸ λατινικὸ αἴτημα “Quaerere Sapientiam”, ἡ ἐπιταγὴ δηλαδὴ γιὰ τὴν ἀδιάκοπη ἀναζήτηση τῆς σοφίας, ἀντηχεῖ σὰν ἔνας αἰώνιος ψίθυρος ποὺ ξυπνᾶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς ἀδράνειας. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ τυπικὴ ἐγκεφαλικὴ ἄσκηση, οὔτε γιὰ τὴν συσσώρευση ἀφηρημένων ἐννοιῶν, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀναπνοὴ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖο ἀναζητᾶ τὸ βαθύτερο νόημα μέσα στὸ ἀχανὲς σύμπαν.

Ἡ αἰθέρια αὐτὴ ἀναζήτηση ὑπερβαίνει τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς ἀκαδημαϊκῆς φιλοσοφίας. Συνιστᾶ μιὰ ἔμπρακτη, ὑπέροχη τέχνη ζωῆς, ἕνα βίωμα ἐνεργὸ ποὺ μεταμορφώνει τὴν καθημερινὴ ὑπόσταση σὲ πεδίο δημιουργικῆς πνευματικότητας. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ τὴν σοφία δὲν ἀρκεῖται στὴν παθητικὴ παρατήρηση τῆς πραγματικότητας, ἀλλὰ ἐμβαθύνει στὸ μυστήριο τῆς ὑπάρξεως. Ἡ σοφία γίνεται ἡ ἀλάνθαστη πυξίδα καὶ ὁ σταθερὸς ἀναβαθμὸς ἐπάνω στὸν ὁποῖο θεμελιώνεται ἡ κάθε πράξη, ἡ κάθε σκέψη, τὸ κάθε συναίσθημα. Εἶναι ἡ φωτεινὴ ἀτραπὸς ποὺ ὁδηγεῖ, ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ ἐπιφανειακοῦ ἐνθουσιασμοῦ, στὴν οὐσιαστικὴ καὶ δημιουργικὴ πληρότητα.

Στὸ ἐπίκεντρο αὐτῆς τῆς πορείας βρίσκεται ἡ διαρκὴς καὶ ἄοκνη προσπάθεια γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀρετῆς. Ἡ ἀρετὴ δὲν ἀποκτᾶται ὡς ἕνα τρόπαιο στατικό, ἀλλὰ ὡς μιὰ καθημερινὴ πάλη τῆς βουλήσεως, ὡς μιὰ δυναμικὴ σμίλευση τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου. Μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση καὶ τὴν ἀδιάκοπη ἀναζήτηση τῆς ἀληθείας, ἡ ψυχὴ καθαίρεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὴν ἡμιμάθεια καὶ τὴν ψευδαίσθηση. Ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται σὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὴν τόλμη νὰ ἐρωτοῦν, νὰ ἀμφισβητοῦν καὶ νὰ προσφέρουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τὸ χρόνο τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὑψηλοῦ καὶ τοῦ ὡραίου.

Παράλληλα, ἡ ἐνδόμυχη αὐτὴ καὶ ἀδιάλειπτη ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση ἐγγράφεται στὴ συνείδηση ὡς μιὰ βαθύτατα ἐνάρετη καὶ ἀλληλένδετη διαδικασία μὲ τὴν ἐν Θεῷ πορεία τοῦ ἀνθρώπου. Η ἐξερεύνηση τῶν βαθύτερων πνευματικῶν πτυχῶν τοῦ «εἶναι», ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστη ἔκφραση εὐγνωμοσύνης καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Ὑπέρτατο Ὄν. Ὁ Δημιουργὸς προίκισε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν σπινθῆρα τοῦ λόγου καὶ τὴν ἔφεση τῆς αὐτογνωσίας, ὥστε ἡ ἐσωτερικὴ ἀναζήτηση νὰ ἀναδεικνύεται σὲ μιὰ ἱερὴ γέφυρα ποὺ φέρνει τὸ πλάσμα οὐσιαστικά, συνειδητὰ καὶ ταπεινὰ, ἐγγύτερα στὸν Πλάστη.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ ἀναζήτηση τῆς σοφίας μετατρέπεται σὲ μιὰ ποιητικὴ συμφωνία τοῦ πνεύματος καὶ τῆς πράξεως. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ταυτόχρονα ταξιδιώτης καὶ ἀρχιτέκτονας τῆς ἴδιας του τῆς διαδρομῆς, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὸ ἄσβεστο φῶς τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας. Ὅταν τὸ “Quaerere Sapientiam” βιωθεῖ ὡς τρόπος ὑπάρξεως, ἡ ζωὴ παύει νὰ εἶναι μιὰ τυχαία διαδοχὴ στιγμῶν. Μετουσιώνεται σὲ μιὰ ἱερὴ πορεία πρὸς τὸ ἀπόλυτο, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀρετή, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ σοφία γίνονται ἕνα.

 

Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης