Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς - Παραβολὴ τοῦ ἄσπλαχνου δούλου.
"Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;"
Δοκιμιογραφεὶ καὶ ἑρμηνεύει ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης.
Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ ἕναν ὠκεανὸ ἀνεξερεύνητο, ἕνα μυστήριο ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη λογικὴ καὶ κατακλύζει τὴν ὕπαρξη μὲ τὸ ἀνέσπερο Φῶς τῆς συγχωρήσεως. Στὸ ἀπέραντο αὐτὸ σκηνικὸ τῆς χάριτος, ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαχνου δούλου ὑψώνεται σὰν ἕνας πνευματικὸς καθρέφτης, μέσα στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ τραγικότητα τῆς ἀνθρώπινης μικρότητας, ἀπέναντι στὸ μεγαλεῖο τῆς θείας μακροθυμίας. Ὁ Χριστός, μὲ λόγο ποὺ πάλλεται ἀπὸ σοφία, μᾶς καλεῖ νὰ ἀναλογιστοῦμε τὸ μέγεθος τῆς δικῆς μας εὐθύνης. Μᾶς καλεῖ νὰ μεταμορφώσουμετὴ τὴ ζωὴ μας σὲ προέκταση τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους.
Ὁ "βασιλέας" τοῦ εὐαγγελικοῦ κειμένου, ὁ ὁποῖος εἰκονίζει τὸν οὐράνιο Πατέρα, ἐνεργεῖ μὲ μιὰ ἀσύλληπτη εὐσπλαχνία, χαρίζοντας ἕνα χρέος μυρίων ταλάντων, ποὺ ἦταν ἀδύνατο νὰ ἀποπληρωθεῖ. Ἡ πράξη αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ἐκδήλωση μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν ὑπολογίζει, δὲν κρατᾶ λογαριασμοὺς καὶ δὲν θέτει ὅρους. Ζητᾶ μόνο τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἀρχικῆς κοινωνίας τοῦ Δημιουργοῦ μὲ τὸν Ἄνθρωπο. Ἡ ἄφεση τῶν μυρίων ταλάντων συμβολίζει τὴ δωρεὰ τῆς υἱοθεσίας, τὸ ἀτίμητο αἷμα ποὺ χύνεται γιὰ τὴν ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἀπόλυτη σωτηρία ποὺ προσφέρεται ἀπλόχερα σὲ κάθε πληγωμένη καὶ μετανοοῦσα ψυχή.
Ἡ θεϊκὴ αὐτὴ δωρεὰ συνιστᾶ μιὰ ἀδιάκοπη πρόσκληση γιὰ μίμηση. Ὁ δοῦλος ποὺ εὐεργετήθηκε, λησμόνησε τὴν ἄβυσσο τῆς χάριτος ποὺ δέχθηκε, τιμωρῶντας τὸν σύνδουλό του, γιὰ ἕνα ἀσήμαντο χρέος ἑκατὸ δηναρίων. Ἡ στάση του φανερώνει τὴν πνευματικὴ τύφλωση ποὺ προκαλοῦν ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἡ φιλαργυρία, ποὺ ἀποκόπτουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ ζωηφόρο πηγὴ τῆς θείας ἀγάπης. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου «οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;» ἀντηχεῖ στοὺς αἰῶνες σὰν ἕνας σταθερὸς νόμος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καθιστώντας σαφὲς ὅτι ἡ δική μας εὐσπλαγχνία πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας εἶναι ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἀπάντηση στὸ ἔλεος ποὺ καθημερινὰ λαμβάνουμε.
Ἡ ἀληθινὴ συγχώρεση, ὅταν πηγάζει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας, εἶναι ἡ γέφυρα ποὺ μᾶς συνδέει μὲ τὴν οὐράνια βασιλεία. Ὅταν γινόμαστε οἰκτίρμονες, ὅταν προσφέρουμε τὴν ἄφεση στοὺς διπλανούς μας, τότε γινόμαστε ἀληθινὰ τέκνα τοῦ Ὑψίστου, καθρεφτίζοντας τὴν πατρικὴ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ἀκόμη καὶ ὅταν ἐκεῖνος σφάλλει, εἶναι ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη συναντᾶ τὴν ἁγιότητα τοῦ Δημιουργοῦ της.
Ἐν κατακλεῖδι, ἡ παραβολὴ τοῦ ἄσπλαχνου δούλου μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ σωτηρία εἶναι μιὰ δυναμικὴ σχέση ἀνταπόδοσης τῆς ἀγάπης. Ἡ καρδιά μας καλεῖται νὰ γίνει ἕνας εὔφορος ἀγρός, στὸν ὁποῖο, ὁ σπόρος τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους θὰ βλαστήσει καὶ θὰ καρποφορήσει, παράγωντας ἔργα εὐσπλαγχνίας πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἂς ἀνοίξουμε λοιπόν τὰ σπλάγχνα μας στὴν ἀπέραντη μακροθυμία τοῦ Πατρός, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἀγκαλιάσουμε τὸν κόσμο, μὲ τὴν ἴδια θέρμη, τὴν ἴδια συγχωρητικότητα καὶ τὸ ἀμέτρητο ἔλεος ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει ἀδιάκοπα.
Μέ ἀδελφική ἀγάπη
Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς.
"Παραβολὴ τοῦ ἄσπλαχνου δούλου."
Κατά Ματθαίον* (ιη' 23-35).
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.
24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.
25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω.
27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.
29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι.
30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
31 Ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.
32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.
* Ο Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ἦταν προηγουμένως τελώνης καὶ ὀνομαζόταν Λευΐς. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ἐκεῖνος ἄφησε ἀμέσως τὴν δουλειά του καὶ ἔγινε Ἀπόστολος. Εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ πρώτου Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖο ἀρχικὰ γράφτηκε κυρίως γιὰ τοὺς Ἑβραίους, ὥστε νὰ τοὺς ἀποδείξει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Μεσσίας ποὺ εἶχαν προφητεύσει οἱ Γραφές.
Ἀπὸ τὴ λογοτεχνικὴ συλλογή
"Φιλοσόφως Θεολογεῖν"
τοῦ Δοκιμιογράφου
Δρ. Κωνσταντίνου Ἀπ. Καραγιάννη


