Ἡ Σιωπὴ τῶν Ἀγαλμάτων καὶ ἡ Ἀνατολὴ τοῦ Φωτός.
Δοκιμιογραφεὶ ὁ Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης.
Στὶς μαρμάρινες ζωφόρους τῆς Ἀρχαιότητος, οἱ Θεοὶ εἶχαν σάρκα, μυῶνες καὶ λεπτομερεῖς πτυχὲς στὰ ἐνδύματά τους. Ἦταν ἕνα ὁρατὸ σύμβολο ἁρμονίας καὶ ἰσχύος, ἀνάλογο μὲ τὸ λαμπερὸ φῶς καὶ τὸν δυνατὸ ἄνεμο τῆς Μεσογείου. Ὁ Δίας, ὡς ἀρχηγὸς τῶν Θεῶν, ἄστραφτε στὶς κορυφὲς τῆς οἰκουμένης, ἡ Ἀθηνᾶ ἐνσάρκωνε τὴν καθαρὴ διαύγεια τοῦ νοῦ, ὁ Ἀπόλλων ἔλουζε τὰ πάντα στὴν ἁρμονία τῆς φόρμιγγας, ἐνῷ ὁ Ποσειδῶν καὶ ἡ Δήμητρα ὅριζαν ἀντίστοιχα τὸν ρυθμὸ τοῦ κύματος καὶ τὸ μέγεθος τῆς συγκομιδῆς.
Σταδιακά ὡστόσο, ὁ κόσμος ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ ῥαγίζει. Οἱ βωμοί, ποὺ γιὰ αἰῶνες καπνίζαν ἀπὸ προσφορὲς ἐλπίδας καὶ φόβου, ἄρχισαν νὰ παγώνουν. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ Δωδεκάθεο στὸν Χριστιανισμό ὑπῆρξε ὁ παράδοξος ἐναγκαλισμὸς δύο κόσμων, ἡ συγκλονιστικὴ στιγμὴ ὅπου τὸ ὄμμα τῆς ἀνθρωπότητας ἔστρεψε τὸ βλέμμα του ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ κάλλος στὸ ἐσωτερικὸ βάθος τῆς ψυχῆς.
Στὴν κλασικὴ Ἑλλάδα, ἡ ἀρχαῖα θρησκεία ἦταν ἕνας οργανικὸς χορὸς μὲ τὸ σύμπαν. Οἱ Θεοὶ τοῦ Ὀλύμπου ἐνσάρκωναν τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, τὰ πάθη καὶ τὴν κοσμικὴ τάξη, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος ἀναζητοῦσε τὴ σύμπλευση μὲ τὴν εἱμαρμένη καὶ τὴν τραγικὴ ἰσορροπία τοῦ βίου.
Ὡστόσο, ἡ βαθιὰ ἑλληνικὴ φιλοσοφικὴ σκέψη, ἀπὸ τὸν Πλάτωνα ὡς τοὺς Νεοπλατωνικούς, εἶχε ἤδη προετοιμάσει τὸ ἔδαφος γιὰ τὴν ὑπέρβαση τῆς αἰσθητῆς μορφῆς. Ὁ στοχασμὸς γιὰ τὸ «Ἕν» καὶ τὸ «Ἀγαθὸ» ἀπογύμνωσε σταδιακὰ τὰ ὀλύμπια προσωπεῖα, δημιουργώντας ἕνα ὑπαρξιακὸ κενὸ ποὺ ζητοῦσε μία πληρέστερη ἑρμηνεία τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀνθρώπινης μοίρας.
Στὴ Ρώμη, ἡ μετάβαση ἀπέκτησε μία δραματικὴ καὶ ταυτόχρονα πολιτική διάσταση. Ἡ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία εἶχε μετατρέψει τὴ λατρεία τῶν Θεῶν καὶ τῶν Αὐτοκρατόρων σὲ ἕνα γραφειοκρατικὸ οἰκοδόμημα κοινωνικῆς συνοχῆς. Ὅταν ὅμως τὸ ρωμαϊκὸ κράτος ἄρχισε νὰ κλονίζεται ἀπὸ τὴν παρακμή, τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ τὸ φόβο τῶν βαρβαρικῶν εἰσβολῶν, οἱ παραδοσιακοὶ ρωμαϊκοὶ Θεοὶ θεωρήθηκαν ἀπόντες.
Ἡ θρησκεία τῆς Πολιτείας ἀδυνατοῦσε νὰ παρηγορήσει τὸν δοῦλο, τὸν φτωχὸ καὶ τὸν ἀπελπισμένο. Ἡ αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, κουρασμένη ἀπὸ τὸν ὑλικό της πλοῦτο καὶ τὴ βία τῶν ἀγώνων τῆς ἀρένας, διψοῦσε γιὰ μία λύτρωση ποὺ δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ προσφέρουν τὰ ψυχρὰ μάρμαρα τοῦ Πανθέου.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ ῥωγμὴ Ἑλλάδος καὶ Ρώμης εἰσώρμησε τὸ μήνυμα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἕνας δίκαιος Θεὸς, ποὺ δὲν κατοικοῦσε στὶς κορυφὲς τῶν βουνῶν, οὔτε ἁγίαζε τὴν ἐξουσία τῶν Αὐτοκρατόρων. Ἕνας φιλεύσπλαχνος Θεὸς, ποὺ εἰσχωροῦσε στὶς καρδιὲς τῶν ταπεινῶν μέσῳ τοῦ Υἱοῦ του καὶ φώτιζε τὴ διαδρομή τους μέσῳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἑλληνικὴ διανόηση προσέφερε τὴ γλώσσα καὶ τὰ ἐννοιολογικὰ ἐργαλεῖα γιὰ νὰ διατυπωθεῖ ἡ νέα πίστη, ἐνῶ ἡ ρωμαϊκὴ οἰκουμένη παρεῖχε τὸ δίκτυο καὶ τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο γιὰ τὴν ἐξάπλωσή της. Ἡ ἀρχαία τραγωδία μεταμορφώθηκε σὲ Θεία λειτουργία, ἡ ὑπερήφανη ρωμαϊκὴ ἀρετὴ ἄλλαξε μορφὴ ἐνώπιον τῆς ταπεινοφροσύνης, ἐνῷ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς σωτηρίας ἀντικατέστησε τὴν ἐπίγειο δόξα.
Ἡ μετάβαση ἐκείνη θεωρεῖται ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα καὶ πλέον δραματικὰ περάσματα τῆς Ἱστορίας. Χρειάστηκε ἕνα μακρὺ καὶ ὀδυνηρὸ μονοπάτι, γεμάτο ἀπὸ τὸ μένος ἀλλεπάλληλων διωγμῶν καὶ τὸ αἷμα πλήθους μαρτύρων, ὥστε νὰ φτάσει ἡ νέα πίστη στὴν ἀρχικὴ ἀναγνώριση. Τὸ Ἔδικτο τῶν Μεδιολάνων ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο χάρισε τὴν ἀνεξιθρησκεία καὶ ἄνοιξε τὸ δρόμο τῆς ἀποδοχῆς, γιὰ νὰ σφραγιστεῖ τελικὰ ἡ ἱστορικὴ ἐπικράτηση λίγες δεκαετίες ἀργότερα, ὅταν ὁ Μέγας Θεοδόσιος, μὲ τὸ Ἔδικτο τῆς Θεσσαλονίκης, ἀνακήρυξε τὸν Χριστιανισμὸ ὡς τὴν μοναδικὴ καὶ ἐπίσημη θρησκεία τῆς Αὐτοκρατορίας.
Τὰ ἀγάλματα σώπασαν καὶ οἱ χρησμοὶ ἔσβησαν στὴν σιωπὴ τῶν αἰώνων. Ὅμως, τὸ ἀρχαῖο Φῶς δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Διοχετεύθηκε ὡς μυστικὴ φλέβα στὴ νέα συνείδηση, μπολιάζοντας τὴν ἀνατολὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ τὴ ρωμαϊκὴ οἰκουμενικότητα. Στὸ σημείο ὅπου ὁ κόσμος τῆς μορφῆς συνάντησε τὸ σύμπαν τοῦ πνεύματος, ὁ ἄνθρωπος ἐπαναπροσδιόρισε τὴν ὑπόστασή του, γεννώντας ἕναν νέο πολιτισμὸ ποὺ κουβαλᾶ γιὰ πάντα στὰ σπλάχνα του τὴν ἐπίγνωση τῆς ἀρχαίας τραγικότητας καὶ τὴν βάσιμη ἐλπίδα τῆς αἰωνιότητας.
Δρ. Κωνσταντῖνος Ἀπ. Καραγιάννης


